Τετάρτη 12 Ιουνίου 2019

Τι μπορεί να σώσει την Ελλάδα από τη Νέα Δημοκρατία;



Όχι το ΣΥΡΙΖΑ –προς θεού.

Δεν είναι που αυτό το κόμμα δεν πήγε καλά στις ευρωεκλογές, που δεν πάει καλά στις δημοσκοπήσεις. Ούτε είναι που κυριαρχεί εμφανώς στους οπαδούς του ένα βαρύ κλίμα παραίτησης. Από το βράδυ του δημοψηφίσματος, ήδη, ξέραμε ότι διστάζουν για επαναστατικές αλλαγές.
Δεν είναι ούτε που κυβέρνησε σαν Δεξιά, με ολίγα πυροτεχνήματα αριστεροσύνης. Έβγαλε, μάλιστα, μπόλικα κάστανα από τη φωτιά, ώστε να μπορεί να τα φάει ήσυχη η επερχόμενη επίσημη Δεξιά.
Δεν είναι ούτε καν που ουδέποτε κατάλαβε ότι οι προκάτοχοί του βαρύνονται όχι με την εφαρμογή των μνημονίων αλλά με τη μονόπλευρη εφαρμογή τους. Αυτήν που καθιστούσε παντελώς άσκοπες τις θυσίες των ασθενέστερων, όπως και των ειλικρινών φορολογουμένων.

Δεν είναι ούτε που κατ’ουσίαν εκμαύλισε πολιτικά τη Δεξιά, που την υποχρέωσε να μάθει τα κόλπα της ολοκληρωτικής προπαγάνδας. Δεν είναι, δηλαδή, που είδαμε στις αυτοδιοικητικές εκλογές τι σημαίνει το ναζιστικό “Alle sagen Ya!” στα χέρια νεοδημοκρατών προπαγανδιστών. Πώς στίφη νεοδημοκρατών δρουν προσυνεννοημένα με βασικό όπλο το «Όλοι λένε…»
Αλλού, όλοι λέγανε να φύγει ο τάδε δήμαρχος, αλλού όλοι λέγανε να φύγει ο δείνα περιφερειάρχης. Γιατί όλοι λέγανε ότι αρκετά με το κακό που έκανε στην πόλη, γιατί όλοι λέγανε ότι δεν περπατάει τίποτα, γιατί όλοι λέγανε για το κλειστό κύκλωμα γύρω από τον εκάστοτε ανεπιθύμητο.
Για τις προεκλογικές ανάγκες των αρεστών στο κόμμα, «προέκυψαν» ακόμη και προβλήματα καθημερινότητας σε δήμους που δεν είχαν.
Κι αφού τελικά όλοι είπαν –ψηφίζοντας– να φύγει ο εκάστοτε ανεπιθύμητος, άρα σωστά λέγαμε τόσον καιρό ότι όλοι το λέγανε. Η λογική Γκαίμπελς-Χίτλερ, σε όλο της το μεγαλείο.
Τουτέστιν: φθάσαμε να χρησιμοποιεί η Δεξιά προπαγανδιστικά κόλπα που ξέραμε από την Αριστερά. Και σε πολύ πιο χυδαία έκδοση.

Στο προηγούμενο άρθρο (Ανατομία της κόντρας Αρβελέρ-Πολάκη), είδαμε πώς χρησιμοποιείται για προπαγανδιστικούς λόγους η μαντάμ Αρβελέρ. Αν μη τι άλλο, την ξέραμε για αξιοπρεπή καθηγήτρια πανεπιστημίου.
Για τις προπαγανδιστικές ανάγκες, την είδαμε όχι μόνον να κατεβαίνει στο πεζοδρόμιο για «πηγαδάκι», εκφραζόμενη όπως ποτέ άλλοτε, όχι μόνον να διατυπώνει δημοσίως ασυνάρτητους συλλογισμούς, παντελώς απαράδεκτους για πανεπιστημιακό, αλλά και να προβάλλεται ως άτομο σκεπτόμενο εις βάθος.
Ανακαλύπτουμε, ούτε λίγο ούτε πολύ, τι εστί βάθος σκέψης. Ολίγη Ιστορία, διανθισμένη με κάποιους συμπαθείς προβληματισμούς, συνιστούν βάθος. Κι αν τεθεί η κακιά η ερώτηση «τι είναι βάθος;», αποκαλύπτεται όλη η σαθρότητα των προβαλλομένων ιδεών.
Αποκαλύπτεται ότι είναι αδύνατη, σχεδόν για όλους, η διάκριση μεταξύ «βάθους χρόνου» και «βάθους», δηλαδή βάθους σκέψης. Ούτε καν διερωτώνται αν επί τέλους η μαντάμ Αρβελέρ ισχυρίζεται ότι κατέχει την Πλατωνική «ανιούσα και κατιούσα διαλεκτική».
Το πώς είναι δυνατόν να υπάρξει βάθος, επαρκές για την επίλυση προβλημάτων, χωρίς ανιούσα και κατιούσα διαλεκτική, μόνον πυροβολημένος νεοδημοκράτης είναι ικανός να το τεκμηριώσει. Προκειμένου να μην παραδεχθεί ότι η περί ης στερείται βάθους –τι όχι;

Όλα αυτά, θυμίζω, για να στοιχειοθετηθεί το εν αρχή «Όχι το ΣΥΡΙΖΑ –προς θεού». Για την ακρίβεια, όλα αυτά για να στοιχειοθετηθεί ότι άλλο είναι το μείζον πρόβλημα με τη Νέα Δημοκρατία. Και, εν μέρει, είναι κι αυτό θέμα που την έβγαλε κι από πάνω το ΣΥΡΙΖΑ. Της έδωσε το περιθώριο να μιλάει για αριστεία.

Το μείζον πρόβλημα, λοιπόν, ήταν πάντα η στάση της Δεξιάς απέναντι στους αρίστους. Η παραδοσιακή ξενομανία της Δεξιάς μας, δεν ήταν παρά άμυνα των μετρίων απέναντι στους Έλληνες αρίστους. Για να μην παραδεχθούν τον Έλληνα άριστο, έφερναν ξένους που τα έλεγαν «καλύτερα».
Αυτό το βουβό φαινόμενο με τη Δεξιά, που επιδεινώθηκε επί Νέας Δημοκρατίας, κρύβεται πίσω από το θορυβώδες: όσα έχει κάνει η Δεξιά στην Αριστερά –και τανάπαλιν.

Καθώς μάλιστα η Νέα Δημοκρατία ευαγγελίζεται επενδύσεις, είναι καιρός, φρονώ, να θυμηθούμε κάτι κομβικό: «Στην Ελλάδα, ούτε περίπτερο». Είναι η φράση-ντιρεκτίβα επενδυτικών επιλογών του μεγάλου ελληνικού κεφαλαίου.
Και δεν ειπώθηκε για την Ελλάδα του ΣΥΡΙΖΑ. Ούτε για την Ελλάδα του ΠΑΣΟΚ. Ειπώθηκε στα μέσα της δεκαετίας του ‘70, για την Ελλάδα του Κωνσταντίνου Καραμανλή.
Αν μας λέει κάτι αυτό, να το συνεχίσουμε εις βάθος. Να ψάξουμε [έχω προτάσεις] δηλαδή για τις απώτερες αιτίες. Αν τις βρούμε, υπάρχει ελπίδα να είναι μόνον θέμα δικής μας απόφασης.
Αν όμως δεν μας λέει κάτι, τότε πολύ φοβάμαι ότι η απάντηση στο ερώτημα του τίτλου θα είναι ένα ξερό ΤΙΠΟΤΑ.

12 Ιουνίου 2019

Κώστας Τζαναβάρας



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου