Σάββατο, 31 Μαρτίου 2018

Από πότε δέχεται επίθεση η ελληνική μας γλώσσα;



Η «δήλωση»: «Οι Έλληνες είναι αναρχικοί και δύσκολα κουμαντάρονται (tame). Γι’ αυτόν τον λόγο πρέπει να χτυπήσουμε βαθιά μέσα στις πολιτισμικές τους ρίζες. Έτσι ίσως καταφέρουμε να τους αναγκάσουμε να συμβιβαστούν. Εννοώ βέβαια να χτυπήσουμε την γλώσσα τους, την θρησκεία τους, τα πολιτισμικά και ιστορικά αποθέματα, έτσι ώστε να ουδετεροποιήσουμε την δυνατότητα τους να αναπτύσσονται, να διακρίνουν τους εαυτούς τους, ή να αποδεικνύουν ότι μπορούν να νικούν (…)», είναι ευρέως γνωστή. Και υπήρξε αντιπαράθεση, τόσο για την γνησιότητα της δήλωσης, όσο και για την εν τω μεταξύ (1974) επίτευξη του διατυπωθέντος «στόχου».
Καθώς, όμως, σε κάθε περίπτωση!, αναδεικνύεται η δυνητική σημασία ενός ύπουλου χτυπήματος στη γλώσσα μας, αξίζει να προσέξουμε τις χειροπιαστές αποδείξεις για την διαχρονική επίθεση στις ρίζες της γλώσσας μας, τον Όμηρο.

Οποιοσδήποτε απροκατάληπτος αναγνώστης της Ιλιάδας και της Οδύσσειας, αντιλαμβάνεται ότι πρόκειται για βαθυστόχαστη προσέγγιση της ελληνικής φυσιογνωμίας. Ο διδακτικός ομηρικός μύθος, πάει αρκετά πιο πέρα από τις πολεμικές ιαχές και αντιπαραθέσεις. Και όχι μόνον αναδεικνύει ανάγλυφα τα εθνικά μας προτερήματα, αλλά και αποκαλύπτει τα εθνικά μας ελαττώματα.
Κατά το εύστοχο σχόλιο του αξέχαστου Νίκου Καλογερόπουλου, πρόκειται για ψυχογράφημα της ελληνικής κοινωνίας. Συνεπώς, εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς την δυνητική σημασία αυτού του αυθεντικού ψυχογραφήματος, και μάλιστα την ώρα της ακραίας κρίσης που βιώνουμε. Γι’ αυτό και ασχολούμαστε με αυτούς που τείνουν να το αχρηστεύσουν.
Κρίσιμες λέξεις, λοιπόν, υποδεικνύουν με βεβαιότητα: το ρητορικό δίλλημα «αγάπη ή έρωτας;», δεν μεταφράζεται σε καμία δυτικοευρωπαϊκή γλώσσα. Και όχι μόνον έχουν μία λέξη και για τα δύο (love, amour, liebe, amor, amore κ.λ.π.), αλλά στην πραγματικότητα η λέξη τους δεν σημαίνει ούτε αγάπη ούτε έρωτα. Σημαίνει απλώς μία ιδιαίτερη προσωπική συσχέτιση. Με τα συμφραζόμενα διευκρινίζονται κάπως τα εκάστοτε συναισθήματα.
Το ευρύτερο πρόβλημα προέκυψε κατά τις προσπάθειες να μεταφρασθεί ο Όμηρος. Ευλόγως, σε ένα ποιητικό ψυχογράφημα, λέξη-θεμέλιο είναι η λέξη καρδιά. Η έδρα των συναισθημάτων –μεταφορικά. Παρατηρεί κανείς, όμως, ότι τρεις ομηρικές λέξεις μεταφράζονται όλες ως καρδιά: ήτορ, κηρ(με περισπωμένη) και καρδίη(ή κραδίη). Εν μέρει, και μία ακόμη: θυμός.
Η ερώτηση του μη ειδικού υπογράφοντος στους ειδικούς αναγνώστες, και σίγουρα στους σκεπτόμενους, είναι η εξής: ποια είναι ακριβώς η διαφορά αυτών των κρίσιμων ομηρικών όρων; Ή, πάλι, επιτρέπεται να μεταφράζεται λ.χ. ο ηγήτωρ ως ηγεμόνας; Εν τέλει: είναι τόσο ασήμαντο να διακρίνουμε τις λεπτές αποχρώσεις ενός αριστουργήματος;
Διαισθάνομαι ότι το αποτέλεσμα του προβληματισμού όλων είναι αναπόδραστο: η ελληνική ψυχή δεν έχει όμοιό της. Ούτε στα πάνω της, διευκρινίζω, ούτε στα κάτω της. Και αυτά τα πάνω-κάτω αποδίδονται με κρίσιμες λέξεις του Εθνικού μας Ποιητή, που δεν είναι απλό θέμα η μετάφρασή τους σε δυτικοευρωπαϊκές γλώσσες. Αλλά, χωρίς αυτή την ακριβολογία, για ποιο ψυχογράφημα να μιλήσουμε;
Τα ίδια, και με μία ακόμη καίρια λέξη: μήτις. Πρόκειται για την βούληση; ή μήπως είναι αυτό που στα ιαπωνικά [ή μήπως Κινέζικα; …] ονομάζεται καϊζέν; Η διαρκής βελτίωση, δηλαδή. Είναι ο «δρόμος» των Ελλήνων που αποκλήθηκαν «ασπούδαχτοι», και έκαναν πολλούς σπουδαγμένους, ημεδαπούς και αλλοδαπούς, να λυσσάνε από φθόνο. Μέχρι που πια μόνον με πτυχίο μπορεί να αξίζει προσοχής κανείς…

Είναι εξόχως χαρακτηριστικό ότι το βασικό ομηρικό λεξικό στα νεοελληνικά είναι μετάφραση γερμανικού. Στον εμπνευσμένο πρόλογο του Ιωάννου Πανταζίδου (1872) βρίσκει κανείς επιχειρήματα που στην ουσία εξηγούν γιατί ετόλμησε να προσθέσει και τις δικές του απόψεις. Γιατί δηλαδή παρέκαμψε τα γερμανικά, στην διαδρομή από την ομηρική διάλεκτο στην νεοελληνική –της ελληνικής γλώσσας πάντα.
Ο Ι. Πανταζίδης καταθέτει ευθέως και το πόρισμα από την διδακτική πείρα του. Εντοπίζει, μάλιστα, και την απ’ ευθείας σχέση της νεοελληνικής καθομιλουμένης με την ομηρική, παρακάμπτοντας την κλασσική Αττική. Και βεβαιώνει σχετικώς: «Ουδέποτε είδον τοσούτως εκ της χαράς αστράψαντα τα πρόσωπα των μαθητών και μάλιστα των ευφυών και ευαισθήτων». Ρίγος.
Σε άλλο λεξικό, μεταγενέστερο, εκδόσεως 1900, ο μεταφραστής ακολουθεί πιστά το «βιβλίον υφιστάμενον νικηφόρως τον “περί υπάρξεως αγώνα” εν Γερμανία». Χωρίς κάποιο αντεπιχείρημα ουσίας.

Όλα δείχνουν, λοιπόν, ότι έχουμε να κάνουμε με μία υπόκωφη και –για την ώρα!– αόρατη επίθεση κατά της ελληνικής μας γλώσσας, που μετράει κάπου δύο αιώνες. Επίθεση που είναι αδύνατον να κερδίσει την προσοχή πολλών. «Εμείς οι λίγοι», όμως, μπορούμε άραγε να σκεφθούμε καλά από ΠΟΥ δέχεται επίθεση η γλώσσα μας;
Εν όψει αντεπιθέσεως, βεβαίως-βεβαίως…

Κάτι ακόμη.
Ο Thomas Jefferson, 3ος Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, και κύριος συντάκτης της Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας της, είχε πει: «κανείς δεν προσφέρει πιο ειλικρινείς και θερμές προσευχές στον ουρανό για την επιτυχία τους». Αναφερόταν στους Έλληνες και τα φιλελληνικά αισθήματα του αμερικανικού λαού. Πρόκειται για έμμεση πλην σαφή υπόδειξη της υποκρισίας τρίτων. Υπόδειξη την οποία η αμερικανική πλευρά βρήκε ευκαιρία και επίσημο βήμα να μας υπενθυμίσει προ μηνών. Και με νόημα.
Επίσης, η ως άνω «δήλωση» Kissinger, μετά από διευκρινιστική ερώτηση του Νίκου Καλογερόπουλου, έχει διαψευσθεί με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο, και ενυπογράφως.
Πρόκειται καταφανώς για μία ακόμη περίπτωση με όλα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα ραδιουργίας ναζιστικής εμπνεύσεως: ο δράστης κατηγορεί δημοσίως, και με περίσσιο θράσος, κάποιον άλλον ως «ένοχο». Συνήθως, κάποιον φίλο του αθώου θύματος.

Κόρινθος 1 Απριλίου 2018

Κώστας Τζαναβάρας


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου