Ο Όμηρος είναι εδώ.
Το 1999 οι Αμερικανοί καθηγητές Κλασικών Σπουδών Victor Davis Hanson και John Heath έθεσαν το δραματικό ερώτημα: «Ποιος σκότωσε τον Όμηρο;». Το ομώνυμο βιβλίο τους ήταν μια αγωνιώδης έκκληση για την αποκατάσταση της ελληνικής σοφίας. Κατά τη διατύπωσή τους, «το να σκεφτόμαστε και να ενεργούμε σαν Έλληνες θα μπορούσε να θέσει τέρμα σε μεγάλο μέρος της σημερινής μας παραφροσύνης».
Το καλοκαίρι του 2017 απάντησα από αυτές τις στήλες (ΦτΚ φ.1577/3.8.2017): «Σκότωσε κανείς τον Όμηρο;». Διότι, εξηγώ, άλλο πράγμα είναι να παρακμάζει η Κλασική Εκπαίδευση και άλλο να πεθαίνει η Κλασική Παιδεία. Οι πανεπιστημιακές έδρες μπορεί να κλείνουν, οι φιλόλογοι να περιορίζονται και τα Έπη να διδάσκονται άψυχα. Ο Όμηρος, όμως, δεν εξαρτά την ύπαρξή του από τα προγράμματα σπουδών.
Οι δύο συγγραφείς περίμεναν ρητώς έναν «νέο Όμηρο». Η δική μου θέση ήταν διαφορετική: αυτό που χρειαζόμαστε δεν είναι ένας νέος Όμηρος, αλλά μια νέα ανάγνωση των Ομηρικών Επών. Δεν πρόκειται ούτε για φιλολογία ούτε για αμπελοφιλοσοφία. Πρόκειται για το απόλυτο εγχειρίδιο μάχης του ξεχωριστού Έλληνα. Πρωτίστως, της μάχης με τον εαυτό μας.
Ο Όμηρος ζει, έγραφα τότε. Ζει η ομηρική θεώρηση της ζωής. Ζει και ο Οδυσσέας, ως ανδρικό πρότυπο με τα προτερήματα και τα ελαττώματά του. Δεν ήταν ποτέ περαστικός ο Ιδρυτής του Πολιτισμού μας. Για να βρει κανείς αυτό που ψάχνει, όμως, πρέπει πρώτα να καταφέρει να το ξεχωρίσει. Σωστά;
Σήμερα η ταινία «Οδύσσεια» του Christopher Nolan —και κυρίως η υποδοχή της— αποδεικνύει κάτι βαρύτερο: ο Όμηρος είναι εδώ. Δεν επέστρεψε, διότι δεν είχε φύγει ποτέ. Και ακόμη δεν έχει αποφασίσει η Ελλάδα...
Η νέα συνάντηση της εποχής μας με τον Όμηρο έχει δύο όψεις. Η πρώτη είναι ο Νόλαν. Με τη δύναμη του κινηματογράφου έφερε τα Έπη μπροστά σε ένα παγκόσμιο κοινό που δεν χρειάζεται να έχει σπουδάσει φιλολογία για να νιώσει τη δραματική ένταση, την ηγεσία, την ευθύνη, την εμπιστοσύνη, την κρίση και την επιστροφή στην τάξη. Δεν ανέστησε ένα νεκρό κείμενο. Έδωσε σύγχρονη μορφή σε μια ζωντανή δύναμη.
Η δεύτερη όψη είναι η Τεχνητή Νοημοσύνη. Όσο οι μηχανές αναλαμβάνουν την επεξεργασία πληροφοριών και την εκτέλεση οδηγιών, τόσο πολυτιμότερες γίνονται οι καθαρά ανθρώπινες ικανότητες: να θέτεις το σωστό ερώτημα, να διακρίνεις το ουσιώδες, να αναγνωρίζεις χαρακτήρες και προθέσεις, να προβλέπεις συνέπειες, να συνθέτεις και να αποφασίζεις υπεύθυνα.
Ο Όμηρος δεν δίνει έτοιμες συνταγές. Δεν σηκώνει καν πινακίδα που να γράφει «εδώ βρίσκεται το μάθημα». Πλάθει καταστάσεις και χαρακτήρες, αφήνοντας τον αναγνώστη να κρίνει. Αυτή η μάθηση δι’ ενοράσεως είναι ακριβώς ό,τι χρειάζεται σήμερα ο άνθρωπος που δεν θέλει να γίνει απλός βοηθός της μηχανής ή άνεργος. Η Ομηρική Παιδεία δεν είναι πλέον απλώς σημαντική. Είναι το απόλυτο εργασιακό προσόν στην εποχή της ΤΝ —πόσο μάλλον ενόψει της Υβριδικής Νοημοσύνης.
Ο Ταγκόρ έγραψε ότι «το κέρδος χαμογελάει στην καλοσύνη, όταν το καλό είναι προσοδοφόρο». Ο Όμηρος γίνεται προσοδοφόρος, λοιπόν, ακόμη και με την πρακτικότερη έννοια, για όσους θέλουν να σκέπτονται ομηριστί.
Από τον Σεπτέμβριο, φρονώ, θα αρχίσει η δεύτερη φάση. Θα έχουν ανοίξει τα πανεπιστήμια. Θα έχει καταλαγιάσει ο πρώτος κινηματογραφικός ενθουσιασμός και θα αρχίσουν οι συζητήσεις, οι αναγνώσεις, οι διεκδικήσεις —και, ασφαλώς, θα εμφανισθούν και οι επιτήδειοι ομηριστές. Και θα φυσάει...
Τότε ίσως ακόμη περισσότεροι καταλάβουν γιατί, όπως λένε και τα καλά κορίτσια των Φιλολογικών, «η γοητεία του Ομήρου είναι αβάσταχτη».
Ο Όμηρος
δεν επέστρεψε. Δεν είχε φύγει ποτέ.
Ήταν πάντα χρήσιμος. Τώρα πλέον είναι απαραίτητος.
Απλώς η εποχή μας αρχίζει πια να τον καταλαβαίνει καλά.
Κάτι ακόμη: «Η εκάστοτε φιλοσοφική ενατένιση, στη μονομέρειά της ή στη γενικότητά της, καθορίζει την κοίτη που ακολουθεί ο ρους της Ιστορίας των ανθρώπων, είτε αυτοί το ξέρουν είτε όχι», διδάσκει το Δόγμα Kaloy (ΦτΚ φ.1873/4.1.2024).
Ας το εκλάβουν ορισμένοι ως αυστηρή προειδοποίηση.
Κόρινθος, 31 Ιουλίου 2026
Κώστας Τζαναβάρας