ΔΙΑΒΑΣΑ ΜΕ ΠΡΟΣΟΧΗ το άρθρο της de facto συνεχίστριας της ΦΩΝΗΣ μας, της αγαπητής Εύης Κοκκίνου-Κελλάρη, με τίτλο "Ο σεβασμός που χάθηκε - μια κοινωνία που πρέπει να εκπαιδευτεί ξανά!"(Φ. 1977). Και ξύπνησαν μέσα μου μνήμες...
Περιγραφή-καταπέλτης του προβλήματος με το σεβασμό στη σημερινή μας κοινωνία. Περιγραφή ανάγλυφη από μία μαχόμενη δικηγόρο και διαμεσολαβήτρια, με πλούσιο βιογραφικό-εκτός των άλλων- στα δημοτικά πολιτιστικά πράγματα, αλλά και με αξιοζήλευτο απολογισμό δράσης σε συλλόγους γονέων.
ΤΟ ΜΑΚΡΥΝΟ 2016, προ -φευ!- δεκαετίας, λοιπόν, είχα στείλει για δημοσίευση το άρθρο "Πού πηγαίνει η Ελλάδα;" Ο τότε εκδότης της ΦΩΝΗΣ μας, όχι απλώς το δημοσίευσε(ΦτΚ. φ.1516/13.10.16), αλλά έκανε κάτι μοναδικό στις μακρόχρονες σχέσεις μας: σιγοντάρησε στον τίτλο. "Πού πηγαίνει την Ελλάδα ο πολιτικός κόσμος;"
Ο αλησμόνητος ομοτράπεζος φίλος, ο πατριάρχης της Κορινθιακής δημοσιογραφίας Βαγγέλης Κόκκινος, προσυπέγραφε, φαρδιά πλατιά, το πιό αιχμηρό άρθρο του υπογράφοντος (τουλάχιστον σε θέμα εσωτερικής πολιτικής).
ΤΗΝ ΑΜΕΣΩΣ ΕΠΟΜΕΝΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ, λίγο πριν την επιτραπέζια ολομέλεια της γνωστής "παρέας της Παρασκευής", είχαμε την προ-συνάντηση με τον δάσκαλο της Χορωδίας Κορίνθου. Συνηθίζαμε να βρισκόμαστε κάπου μισή ώρα νωρίτερα.
Εκείνη τη φορά, λοιπόν, η συνήθης ερώτησή μου "Πώς σου φάνηκε το άρθρο μου;", είχε την εξής συγκλονιστική απάντηση του Αλέξανδρου Παπαγιαννόπουλου: "Μου χρωστάς είκοσι δάκρυα". Και δεν του ζήτησα, ούτε πήρα, ορμήνεια.
ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ μου (2016) έγραφα:
"«Η σήψις που επέφερε η ένδεια του πολιτικού κόσµου σαν «ολικό κοινωνικό φαινόµενο» δεν είναι µόνο πολιτική. Είναι πνευµατική, ηθική και, γενικώτερα, κοινωνική. Με τα «πρότυπα» που έδωσε ο πολιτικός κόσµος έχει φθάσει στο έσχατο σηµείο της καταπτώσεως, της παρακµής. Και αυτό ακριβώς το «έσχατο σηµείο» είναι ο οιωνός που δίνει το σηµείο ότι η ελληνική κοινωνία βρίσκεται στα πρόθυρα µίας Αναγεννήσεως.» Με αυτά τα λόγια θα απαντούσε στην ερώτηση του τίτλου ο αξέχαστος Νίκος Καλογερόπουλος (Οι Ασθένειες της ∆ηµοκρατίας και η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΙΣ - 1995). Για τους όποιους βιαστικούς, υπεδείκνυε ότι η Ευρωπαϊκή Αναγέννηση κράτησε αιώνες.
Κάπως έτσι, εικοσιένα χρόνια αργότερα, καλούµαστε –οι ενδιαφερόµενοι!– να βρούµε µία εύλογη εκτίµηση του «πότε», κάπου ανάµεσα στο «τώρα» και το «ποτέ». Και πολύ περισσότερο, να προσδιορίσουµε το ΤΙ και το ΠΩΣ. Γι’ αυτό, ας παρακολουθήσουµε τον συλλογισµό του, µεταφέροντάς τον στο σήµερα.
Η σήψη, λοιπόν, και η ένδεια του πολιτικού κόσµου που στηλίτευε, είναι πιά κατά πολύ εµφανέστερες από το 1995. Τα πολιτικά «πρότυπα», κυρίως ακραίας ιδιοτέλειας, ευτέλειας και εριστικότητας, επηρεάζουν πολλούς. Οι πολιτικοί δεν έχουν καν συναίσθηση ότι η χώρα είναι κατ’ ουσίαν υπόδουλη. Και η ευρύτερη κρίση, η κοινωνική, γίνεται πλέον αντιληπτή –λίγοι την έβλεπαν το 1995. Εκείνο που σίγουρα έχει αλλάξει, είναι η στάση της κοινωνίας απέναντι στους πολιτικούς. Παραµένουν, φυσικά, οι ορδές χειροκροτητών και παρατρεχάµενων, αλλά αριθµητικάπεριορισµένοι. Η οργή είναι διάχυτη. Είναι πιά εµφανές ότι ο πολιτικός κόσµος ασκεί την εξουσία επί ενός λαού καταφανώς ευφυέστερου και ηθικά ανώτερου.
Η κραυγαλέα αυτή απόσταση, φάνηκε στο περυσινό δηµοψήφισµα. Χωρίς πολιτικούς διαµεσολαβητές, εκφράσθηκε για πρώτη φορά άµεσα η λαϊκή πολιτική βούληση. Η ετυµηγορία ήταν κυρίως θέση της λεγόµενης «σιωπηλής πλειοψηφίας». Αυτή η υπεύθυνη ετυµηγορία, ένα αποφασιστικό «ως εδώ, κι όσο κάνει», τρόµαξε τους πολιτικάντηδες. Ακολούθησαν ασύλληπτης κακοήθειας µεθοδεύσεις και συµπαιγνία. Οι δανειστές, ανενόχλητοι, επέβαλαν ένα έκτρωµα κυβερνητικής Αριστεράς. Πειθήνια πια, λειτουργεί σαν ∆εξιά, δήθεν νοµοταγής. Εκτελεί ωµά αυτά που κάποτε κατακεραύνωνε, καλύπτοντας µε µανδύααριστεροσύνης την βάρβαρη επιβολή των νεοταξικών αθλιοτήτων. Εκτελεί ανερυθρίαστα συµβόλαιοαφελληνισµού της Ελλάδας. Περνάει δήθεν µεταρρυθµίσεις, ενώ απαιτούνται εκ βάθρων δηµιουργικές αλλαγές.
Απέναντι σε αυτή την επιδροµή, ο πνευµατικόςκόσµοςλάµπει δια της απουσίας του. Και οι φωτεινές εξαιρέσεις δεν βρίσκουν ευρύ κοινό. Φυλετικά ελαττώµατά µας συµβάλλουν σε αυτό, εµποδίζονταςακόµη την απήχηση. Πολύ περισσότερο, η διαφορά λαού-πολιτικών, είναι εµφανής στην Ηθική. Σε αντίθεση µε την πολιτική αθλιότητα, οι περισσότεροι βιώνουµε υπαρξιακή κρίση. Η αναζήτηση νοήµατος ζωής, υπερβαίνει εµφανώς τα προβλήµατα της καθηµερινότητας. Η αναζήτηση της «άκρης της κλωστής», συµβαδίζει µε την επαναφορά της παραδοσιακής ελληνικής λιτότητας ως στάσης ζωής. Λιτότητα όχι µόνον στην διατροφή, αλλά και µε απλές λύσεις στα πάντα. Το γνωστό «όποιος δεν έχει µυαλό έχει πόδια», εφαρµόζεται θετικά. Ιδίως σε θέµαταπροµηθειών, µετακινήσεων και υγείας.
Σιγά-σιγά, επανέρχεται στις επιλογές µας το «ουκ εν τω πολλώ το ευ, αλλ’ εν τω ευ το πολύ». Η αίσθηση του µέτρου. Η ουσιώδης διαφορά µεταξύπολιτισµένων και βαρβάρων. Και ένα ακόµη αριστοτελικό, «ο ενάρετος άνθρωπος συνδυάζει το καλό, το συµφέρον και το ευχάριστο», λύνει διλλήματα. Χαλαρώνει αναστολές, διασκεδάζει ενοχές.
Αµύνεται αυτός ο ηρωικός λαός, υπό εξοντωτικά αντίξοες συνθήκες, την ώρα που βλέπει κατάµατα τα εµπόδια από τα προαιώνια φυλετικά µας ελαττώµατα. Απέναντι στο γνωστό πρόβληµα «ο καθένας θέλει και από ένα δικό του µπαϊράκι», αποµένει η ατοµικήάµυνα. Η κρατούσα επιλογή είναι η ατοµικήαποµόνωση σε µικρό κύκλο. Και οι ατοµικές λύσεις. Φαίνεται για τους επιπόλαιους ιδιοτέλεια, αλλά πρόκειται σαφώς για µορφή κατ’ οίκον µοναχισµού. Ο περιορισµός στα ατοµικά ενδιαφέροντα, στις ατοµικές προτεραιότητες, συνδυάζεται µε εξόχως ηθική στάση. Ο αυτοέλεγχος της συµπεριφοράς είναι ισχυρότερος από ποτέ. Και αν η εικόνα αυτή φαίνεται απίστευτη και ψεύτικη, είναι γιατί τα αλαλάζοντα κύµβαλα ηχούν ανεξέλεγκτα, µεγεθυνόµενα επιτηδείως από τα Μ.Μ.«Ε». «Και τώρα, που χάσαµε τα πάντα, µένει να καταλάβουµε τι ακριβώς χρειαζόµαστε....» έγραψε χαρακτηριστικά εκλεκτή διαδικτυακή φίλη. Με άλλα λόγια, οι δυνάµεις του έθνους- ηγέτη του πλανήτη [όχι ;] που εξακολουθούν υγιείς εν µέσω κρίσης, φαίνεται να «ξεπερνούν τον κάβο». Κινούνται σε αντίθετη κατεύθυνση από τον συνεχιζόµενο κατήφορο της πολιτικής ηγεσίας και των ακολούθων της.
Αυτή η Ελλάδα δεν νικιέται µε τίποτα. Όσα άτοµα και να νικηθούν ή παραιτηθούν. Και γι’ αυτό εµπνέει βαθύ σύµπλεγµα κατωτερότητας και πιθηκισµούς. Το ελληνοελληνικόπρόβληµα, εντονότερο και πιο χαρακτηριστικό από ποτέ, αποκρύπτεται επιτηδείως από την διεθνή κοινή γνώµη. Προβάλλονται επιλεκτικά µόνον όσα χαρακτηρίζουν εύκολα την χώρα µας τριτοκοσµική ή ουραγό.
Η Ελληνική Αναγέννηση εξελίσσεται. Αργά αλλά σταθερά. Για τον προορισµό µας, έχει εµµέσως σκιαγραφήσει πρόταση πάλι ο Νίκος Καλογερόπουλος. Ήδη από το 1981, στο εκ βαθέων βιβλίο του «ΝΕΟΙ ΣΩΚΡΑΤΙΚΟΙ ∆ΙΑΛΟΓΟΙ», έγραφε: «Ο πολιτικός που έχει λείψει από τον τόπο µας, είναι αυτός που συγκεντρώνει στο πρόσωπό του τους πόθους, τις δυνατότητες και τα όνειρα του έθνους. Αυτός που εκφράζει τη γενική εθνική θέληση και όχι αυτός που µιµείται τη µόδα της εκάστοτε ευρωπαϊκής ή παγκόσµιαςστιγµής. Αυτός που αφού τη νοιώσει την εθνική θέληση θα ’ναι σε θέση µε την πανταχού ζωντανή παρουσία του να εµπνεύσει και να καθοδηγήσει τον δεδοµένο λαό και όχι να γίνει ουραγός και άκριτος µίµος.» Υπεδείκνυε σαφώς, ως επί δεκαετίες κάτοικος Ελβετίας, τον Ελληνικό ∆ρόµο. Την Εθνική µας Χειραφέτηση. Και θα έλεγα ότι η πραγµατικότητα ξεπερνά τις προσδοκίες του. Όλα δείχνουν ότι όχι απλώς τελικά θα αντέξουµε και θα αλλάξουµε ελληνοπρεπώς, αλλά θα λύσουµε και τα αδιέξοδα των δυτικών κοινωνιών. Η ελληνική κοινωνία, έξω από οργανώσεις και συστήµατα, και προσπερνώντας τους µακαρίωςκαθεύδοντεςπανεπιστηµιακούς, δείχνει ότι έχει τις δυνάµεις να απαντήσει πειστικά στην κρίσιµη ερώτηση του σύγχρονου κόσµου: «Τι είναι άνθρωπος;».
Κόρινθος, 2 Οκτωβρίου 2016"
